διαμονητήριο


διαμονητήριο
[диамонитирио] ουσ. о. вид на жительство

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαμονητήριο" в других словарях:

  • διαμονητήριο — το документ, дающий право на въезд на Святую Гору Афон, «афонская виза», диамонитирио. Выдается Священной Общиной Святой Горы на особой бумаге, скрепленной афонской печатью …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • διαμονητήριο — το η άδεια παραμονής που εκδίδεται από την κοινότητα του Αγίου Όρους, για να μπορέσει κάποιος να το επισκεφθεί και να διαμείνει εκεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαμονή — Ο τόπος στον οποίο βρίσκεται η πρόχειρη ή προσωρινή εγκατάσταση ενός προσώπου. Ο όρος παρουσιάζει νομικό ενδιαφέρον στην περίπτωση που η δ. δεν μπορεί να αποδειχτεί. Σε πολλές περιπτώσεις, ο νόμος αρκείται στον τόπο της δ. για να ρυθμίσει… …   Dictionary of Greek

  • διαμονητήριος — α, ο σχετικός με τη διαμονή σε έναν τόπο το ουδ. ως ουσ. το διαμονητήριο(ν) α) τόπος διαμονής β) έγγραφη άδεια παραμονής (αλλοδαπού σε έναν τόπο, επισκέπτη στο Άγιο Όρος κ.λπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό τού… …   Dictionary of Greek

  • ησυχαστήριο — Μορφή μοναστικής εγκατάστασης, όπου οι μοναχοί αποχωρούν για να ζήσουν απομονωμένοι μακριά από τις κοσμικές απολαύσεις. Οι όροι ησυχία και ησυχαστής ανήκουν στο λεξιλόγιο του μοναχισμού και καθορίζουν τον τρόπο ζωής εκείνων που αναζητούσαν τον… …   Dictionary of Greek

  • καθεστήριον — καθεστήριον, τὸ (Μ) [καθέξομαι] πάπ. διαμονητήριο, ξενώνας μοναστηριού …   Dictionary of Greek